Αρχαίος Φύσκος (Μαλανδρίνο)

Το Μαλανδρίνο βρίσκεται στους πρόποδες της δυτικής πλευράς της νότιας παραφυάδας της οροσειράς της Γκιώνας (οροσειρά Παντελιάς), λίγο πριν από το τέλος της, σε υψόμετρο 580 μέτρων, στο μέσον της κοιλάδας της Βελλάς. Ανήκει στο Δήμο Δωρίδας με έδρα το Λιδορικίου και απέχει 20 χλμ. από τον Κορινθιακό κόλπο και 10 χλμ. από το Λιδορίκι. Συνδέεται με τον οδικό άξονα Άμφισσας – Λιδορικίου – Ναυπάκτου με παρακαμπτήριο διακλάδωση.

Ο σημερινός οικισμός υπάρχει από την εποχή της Καταλανοκρατίας (τέλη 14ου αι. μ.Χ). Επί Ενετοκρατίας (1684–1699) ήταν κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου προς το Γαλαξείδι. Κατά μία εκδοχή, η ονομασία επικράτησε στο μεσαίωνα και οφείλεται στον Βαρώνο της περιοχής Μaladrin. Άλλη εκδοχή εμπλέκει τη λέξη malandrino=αντάρτης, ληστής στα Ιταλικά.

Το χωριό έχει μεγάλη έκταση με κτήματα, που φθάνουν ως το νότιο άκρο της κοιλάδας. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με τη γεωργία (δημητριακά και αμπέλια) και λιγότερο με την κτηνοτροφία. Κοντά στο χωριό λειτουργούν από το 1998 οι σύγχρονες σωφρονιστικές φυλακές (που ασφαλώς δεν αποτελούν αξιοθέατο…).

Ο Αρχαίος Φύσκος

Η θέση του Μαλανδρίνου έχει με βεβαιότητα ταυτισθεί με την αρχαία πόλη Φύσκο, που από τον 4ο αι. π.Χ. αποτελούσε έδρα του κοινού των Εσπερίων Λοκρών. Η ακρόπολη τοποθετείται στο λόφο νότια του χωριού, όπου είναι το νεκροταφείο. Η θέση του λόφου εποπτεύει την γύρω περιοχή και προσφέρει εξαιρετική θέα προς την κοιλάδα και την λίμνη του Μόρνου. Εκεί, καθώς και στη γύρω περιοχή, βρίσκονται τα λιγοστά κατάλοιπα μιας μεγάλης και σημαντικής αρχαίας οχύρωσης, της οποίας ένα μεγάλο μέρος έχει κατά το παρελθόν (αλλά και το πρόσφατο παρόν…) καταστραφεί ή λιθοδομηθεί, ενώ ένα άλλο – άγνωστο ακόμα – παραμένει κάτω από το έδαφος. Σώζονται κατάλοιπα τειχών και κτηρίων, στήλες, επιγραφές και άλλα υπολείμματα αρχαιοτήτων. Ο αρχαιολόγος L. Lerat, στο βιβλίο του «Εσπέριοι Λοκροί», παραθέτει εκτενή περιγραφή του τείχους της αρχαίας πόλης [4]. Στον αρχαιολογικό χώρο δεν έχουν γίνει συστηματικές ανασκαφές.

Αρχαιολογική Έρευνα και Αρχαίες Επιγραφές

Την ευρύτερη περιοχή, λόγω του εξαιρετικού της αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, ερεύνησαν κατά καιρούς αρκετοί Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι , (W. Oldfather, G. Klaffenbach, Lolling, L. Lerat, Ε. Μαστροκώστας κ.α.), οι οποίοι εντόπισαν πολλά σημαντικά ευρήματα, μεταξύ των οποίων ένα μεγάλο αριθμό επιγραφών[1]. Το 1885, ο αρχαιολόγος Lolling, που επισκέφθηκε πρώτος την περιοχή, εντόπισε και αντέγραψε τέσσερα αποσπάσματα απελευθερωτικών πράξεων. Στις δύο από αυτές αναφέρεται το όνομα της θεάς Αθηνάς Ιλιάδος. Επίσης σε άλλη επιγραφή, αναφέρεται το όνομα «Φυσκεύς» που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στη θέση αυτή του χωριού βρισκόταν η αρχαία πόλη Φύσκος.

Στο ξωκκλήσι των Αγίων Αποστόλων, το οποίο από ότι φαίνεται χτίστηκε στη θέση αρχαίου ναού με αρχαία υλικά, υπήρχε εντοιχισμένη επιγραφή που θεωρείται επιτύμβια στήλη του 3ου π.Χ. αι. Στο δάπεδο του εικονοστασίου της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου εντοπίστηκε επιγραφή που αναφερόταν στους Αχαιούς της Λοκρίδας. Tο 1947 o Lerat εντόπισε στον εσωτερικό και εξωτερικό χώρο της εκκλησίας διάφορες επιγραφές, με πιο σημαντική μια απελευθερωτική πράξη αφιερωμένη στη θεά Βασιλεία.

Μέσα στο χωριό υπάρχουν πολλές επιγραφές πάνω σε λίθινες πλάκες, οι οποίες έχουν επαναχρησιμοποιηθεί, όπως στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου, σε σπίτια και σε αυλές. Την πιο σημαντική ανεκάλυψε ο Lerat το 1947 σε πλακόστρωτο αυλής και η οποία αναφέρεται στο κοινό των Εσπερίων Λοκρών. Η επιγραφή[2] αναγράφει διάταγμα που εξέδωσε το κοινόν των «Λοκρών των Εσπερίων» για να τιμήσει έναν κάτοικο και χρονολογείται στο δεύτερο τρίτο του 4ου αι. π.Χ. Έτσι, και από αυτήν την επιγραφή προκύπτει με βεβαιότητα, ότι η πόλη που βρισκόταν στο μέρος αυτό, ήταν ο αρχαίος «Φύσκος» που αποτελούσε και την έδρα του κοινού των «Εσπερίων Λοκρών». Επίσης προκύπτει ότι η συμπολιτεία των Εσπερίων Λοκρών υπήρχε πριν από την προσάρτιση της Λοκρίδας στην Αιτωλία, στα τέλη του 4ου αι. Η συμπολιτεία αυτή ανανεώθηκε τον 2ο αι. μετά την Αιτωλική περίοδο. Πάντως η χρονολογία ίδρυσης του κοινού παραμένει ακόμα άγνωστη.

Επίσης, ο καθηγητής και έφορος αρχαιοτήτων των Δελφών Ε. Μαστροκώστας ανακάλυψε αρκετές επιγραφές μέσα και έξω από το χωριό οι οποίες αναφέρονται σε «Φυσκείς», «Φυσκέος», «Φυσκέων» και «Φυσκεύς», μαρτυρώντας έτσι την θέση της αρχαίας πόλης. Κοντά στο χωριό βρίσκεται οικοδόμημα που μοιάζει με κυκλικό μνημείο. Στο βάθρο που σχημάτιζε την δεξιά πλευρά του μνημείου, ο W. Oldfater ανεκάλυψε ένα κείμενο που αποτελούσε διάταγμα προξενείας του Λοκρικού κοινού. Ο G. Klaffenbach αργότερα ανεκάλυψε και δεύτερο διάταγμα προξενίας καθώς και μία επιγραφή με ονόματα. Τέλος, στην ίδια θέση, ο A. Wilhelm ανακάλυψε επιγραφή που αναφέρεται στον Μειλίχιο Δία [3]. Εικάζεται ότι εκεί υπήρχε οικογενειακό μνημείο με αγάλματα των μελών της οικογένειας, αφιερωμένο στον Μειλίχιο Δία και στους άλλους «Αγαθούς Θεούς».

Τέλος, στη θέση «Μνήματα» λίγο έξω από το Μαλανδρίνο οι L. Lerat και Ε. Μαστροκώστας ανεκάλυψαν περί τις δεκαπέντε επιγραφές αφιερωμένες στην Αθηνά Ιλιάδα. Πιθανολογείται ότι και ο ναός της Αθηνάς πρέπει να βρισκόταν στο ίδιο μέρος. Έτσι οι επιγραφές του Μαλανδρίνου μαρτυρούν για την λατρεία τριών τουλάχιστον θεών, της Αθηνάς Ιλιάδας, της θεάς Βασιλείας και του Μειλίχιου Δία.

Παραπομπές
[1] Αθ. Παπαδημητρίου, «Αρχαία Δυτική Λοκρίδα».
[2] «…{Έ)δοξε τώι κοινώι τών Λοκρών τών Έσ{περίων}…», (L. Lerat, «Οι Εσπέριοι Λοκροί», 1952).
[3] «… Ήδύλος Ι Διί Μειλιχίοι Ι Αγαθοίς Θεοίς..»
[4] [L. Lerat, «Οι Εσπέριοι Λοκροί», 1952], απόσπασμα: «…Ο εξωτερικός περίβολος της οχύρωσης έχει συνολικό μήκος περίπου 1600μ. και περιβάλλει εξ’ ολοκλήρου ένα λόφο ο οποίος έχει ύψος 100μ. στην κορυφή του οποίου βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Η κορυφή του λόφου του Αγίου Νικολάου, σχημάτιζε δικό της εσωτερικό οχύρωμα, με μεγαλύτερες διαστάσεις 160μ. μήκος και 90μ. πλάτος, το οποίο στα ανατολικά στηριζόταν στο μεγάλο εξωτερικό περίβολο ενώ στις υπόλοιπες τρις πλευρές είχε ανεξάρτητα τείχη. Η κατάσταση διατήρησης των τειχών είναι ιδιαίτερα ανομοιόμορφη. Η φύση του εδάφους, το οποίο αποτελείται από σαθρό σχιστόλιθο δεν προσέφερε στα τείχη στέρεα βάση και έγινε ενίοτε η αιτία της κατάρρευσης τους. Επιπλέον, ο αρχαίος οχυρωματικός περίβολος χρησιμοποιήθηκε σαν λατομείο. Τα τμήματα της οχύρωσης που υπέφεραν περισσότερο από αυτόν τον βανδαλισμό είναι κατ’ αρχάς αυτά στα οποία η πρόσβαση από το σύγχρονο χωριό ήταν φυσικά πιο εύκολη. Ακόμη δριμύτερη καταστροφή υπέστη η δυτική πλευρά αφού από τα αρχαία τείχη έλαβαν το μεγαλύτερο μέρος των υλικών για το σύγχρονο δρόμο που περνά σε απόσταση μερικών μέτρων…».